Home‎ > ‎My Interests‎ > ‎

My Poetry (Greek)

This is my personal poetry collection page. All of my poems are written in Greek. They are my "Thirty Pieces of Silver: the whispers of sorrow". They have been written during a really challenging nine years of my life, between 1990 and 1999. The first one was written in October of 1990, and the last one in October 1999. They represent a sort of a spiritual trade-off, a pact that I made with my own self, and they helped me go through a journey that was riddled with self doubt, often uncertainty, and soul-searching. I struggled for a long time to have them organized in something of a literal form rather than scattered "whispers". I am leaving them here in their original Greek form, as my lyrical and literate skills in English are not anywhere near a level that would give them poetic justice. I only attempted to provide a non-literal English title under each poem.


Contents

  1. 1 ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ: ΟΙ ΨΥΘΙΡΟΙ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ
    1. 1.1 Η Νύχτα (Αργύριο πρώτο)
    2. 1.2 Θεού Σοφία (Αργύριο δεύτερο)
    3. 1.3 Δημιουργία (Αργύριο τρίτο)
    4. 1.4 Η Μοναξιά του Μελλοθάνατου Ι΄ - Αετός (Αργύριο τέταρτο)
    5. 1.5 Η Μοναξιά του Μελλοθάνατου ΙΙ΄ (Αργύριο πέμπτο)
    6. 1.6 Σιωπηλός Ζητιάνος (Αργύριο έκτο)
    7. 1.7 Ευχές ονείρου (Αργύριο έβδομο)
    8. 1.8 Έσβησαν τα φώτα (Αργύριο όγδοο)
    9. 1.9 Χάνομαι (Αργύριο ένατο)
    10. 1.10 Σκιές τ' ονείρου (Αργύριο δέκατο)
    11. 1.11 Απολιθώματα (Αργύριο ενδέκατο)
    12. 1.12 Φλόγες του πεπρωμένου (Αργύριο δωδέκατο)
    13. 1.13 Αναζήτηση (Αργύριο δέκατο-τρίτο)
    14. 1.14 Το Παραμιλητό (Αργύριο δέκατο-τέταρτο)
    15. 1.15 Απρόσιτα Όνειρα (Αργύριο δέκατο-πέμπτο)
    16. 1.16 Υποσχέσεις (Αργύριο δέκατο-έκτο)
    17. 1.17 Πίσω από το Προσωπείο (Αργύριο δέκατο-έβδομο)
    18. 1.18 Απογευματινό Τοπίο - Παρμενίων (Αργύριο δέκατο-όγδοο)
    19. 1.19 Κηλιδοφόρος Νιότη (Αργύριο δέκατο-ένατο)
    20. 1.20 Μια Ωδή στις Εικόνες της Ζωής (Αργύριο εικοστό)
    21. 1.21 Ξεχασμένη Πολιτεία (Αργύριο εικοστό-πρώτο)
    22. 1.22 Τριλογία σε ΛΑ Ελάσσων (Αργύριο εικοστό δεύτερο)


ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ: ΟΙ ΨΥΘΙΡΟΙ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Η Νύχτα (Αργύριο πρώτο)

The Night (first silver coin), October 1990
(Οκτώβριος 1990)

    * Είναι, σπάνια κάτι νύχτες
    που μένουνε βαθειά χαραγμένες
    στη μνήμη - σαν σε όνειρο, σαν οπτασία.
    Και σαν τέτοιες, σημαδεύουν τη ζωή μας,
    τη σκέψη μας, το μέλλον.

Ήταν αυτή η νύχτα,
μέσα στην αιώνια σκοτεινιά της,
άνοιξε τα φτερά της και με σκέπασε.
Ναι, ήταν αυτή η νύχτα,
φώτισε το μέλλον της αγάπης,
φώτισε την δύναμη του φόβου -
το αίμα παγωμένο στις άκρες των δακτύλων.

Ήταν αυτή η νύχτα,
σιωπηλή, όμορφη, τρομαχτική,
σκόρπισε στην ατμόσφαιρα τη σκέψη μου.
Ναι, ήταν αυτή η νύχτα,
που το μέλλον, το παρόν, το παρελθόν,
συνάντησαν την αιωνιότητα
Ναι λοιπόν!... ήταν εκείνη η νύχτα... για πάντα....



Θεού Σοφία (Αργύριο δεύτερο)

God's Wisdom (second silver coin), March 1990
(Μάρτιος 1990)

Πρόσφερε ζωή μέσα στην έρημο,
ελπίδας σταγόνες, πρωτόγνωρες και γοητευτικές
π' αγγίζουν της μάνας-γης το ξερό της πρόσωπο.
Δάκρυ δροσιάς, που κυλώντας για να βρει το ταίρι του,
κάτω από τη γη ανθίζει, κρυφά μες στο σκοτάδι,
ώσπου το φως ν' αφήσει άπλετο, ν' ανοίξει το φτερό.

'Ω! Εσύ!...
Θεέ της γης, Θεέ τ' ανθρώπου, Θεέ τ' ονείρου
Θεέ της χαραυγής, της ηλιαχτίδας
Ώ! Εσύ!... Θεέ του θεού!...

Τρεμάμενο το χέρι προσφέρει,
την απειροστή σταγόνα της βροχής.
Κι αν πια κανείς δεν μπόρεσε αυτή να πιάσει,
είναι Αυτός που τ' αδύνατο κατάφερε να κάμει.
Είναι η φλόγα της σοφίας, της ελπίδας,
είναι η φλόγα που δε σβήνει πια ποτέ!

Ώ! Εσύ!...
Θεέ της σοφίας!
Τι κι αν τα παιδιά μας, πεθαίνουνε στον δρόμο;
Τι κι αν τ' απέραντο σκοτάδι σκεπάζει τη ζωή τους;
Τι κι αν η πείνα, στρυφνή κι αχόρταγη
δέρνει τα γεμάτα πληγές τους σώματα;
Σύ' σαι ο Θεός τους.
Να 'σαι περήφανος της ευτυχίας των πλασμάτων Σου!
Ώ! Εσύ!... Θεέ του θεού!....



Δημιουργία (Αργύριο τρίτο)

Creation (third silver coin), May 1991
(Μάιος 1991)

Μια ανεκπλήρωτη κι απόλυτη αντιστοιχία, άϋλη κι επιβλητική
Ένας σπασμένος κρίκος, η ψευδαίσθηση της Δημιουργίας
Στα τ' ανεκτίμητο αίμα που κυλά, στις φλέβες της ζωής
Η τάξη του χάους, η ίδια η εντροπία, τα φτερά του σύμπαντος,
    ... Δημιουργία.

Ένα νήμα που ενώνει την άβυσσο, με τ' απόλυτο σκοτάδι
Μακάβρια, καταθλιπτική οπτασία, διαποτίζει τις αισθήσεις
Η ισορροπία της παρουσίας, τ' απροσδιόριστο, άπλετο φως,
Το χέρι, ο ζωοδότης άνθρωπος, ανούσιος πόθος,
    ... Δημιουργία.

Μια αλλοπρόσαλλη σκέψη, λάμπει εμπρός στην αίσθηση του φόβου
Κύκνειο άσμα, αστράφτει, πάνω στη σιγή της μοναξιάς
Τ' ακατανόμαστο λίκνο, που σιγοκαίει στα βάθη της ύπαρξης
Εκεί, μέσα βαθιά, πέρα απ' το φως, πέρα απ' την τάξη, πέρα απ' τη δύναμη,
    ... Δημιουργία.



Η Μοναξιά του Μελλοθάνατου Ι΄ - Αετός (Αργύριο τέταρτο)

Deadmen's loneliness I' - Eagle (fourth silver coin), May1991
(Μάϊος, 1991)

Κυττάζοντας εκεί μακριά,
    στον ματωμένο ορίζοντα της καταστροφής.
Αφήνοντας την ματιά μου ν' ακολουθήσει πλανόμενη,
    τον αετό που μόνος φεύγει μακριά.

Ο ίσκιος του κόσμου πέφτει επάνω στον καπνό,
    που σε στήλη υψώνει ψηλά στον ουρανό τα όνειρά μου.
Κι όπως η φρίκη καρτερεί τον πόνο,
    όπως η αηδία αναζητά τον φόβο,
Ο αετός μου φεύγει, πετά, παρατηρώντας δίχως ελπίδα,
    τ' απομεινάρια της μανίας των ανθρώπων

Τον όλεθρο, που ξεριζώνει την αγάπη,
Το νυστέρι που οικτρά παραμορφώνει τα ίχνη,
    τα στερνά θεμέλια της Δημιουργίας.
Το βάρος που στα μάτια μου ασκεί,
    το δάκρυ της μοναξιάς μου,
    η οντότητα του τίποτε.

Τα μάτια του αετού απλανή,
    τυφλωμένα από τον πόνο της επιβίωσης
Τυφλώθηκαν σαν ψάχνανε να βρούν το τέρμα,
    την αιτία, τον βυθό, την κορυφή.

Της όξινης βροχής τ' ολόμαυρο σεντόνι, φρικαλεότητες:
    ξερίζωμα της γης, το τρεμόσβημα του τρόμου στα μάτια
Οι ερπύστριες λειώσαν την ψυχή του,
    τα όνειρα, μια μάζα φωτιάς στο ξέρασμα των κανονιών.
Ιδέες θαμμένες στα ερείπια των βομβαρδισμών,
    η μασκαράτα των νεκρών....
Π' απλώνουν τα χέρια προς την άβυσσο!

Το απολίθωμα του κόσμου, πλανάται μές στο Σύμπαν,
    θεατής τούτου τ' ονείρου
Ξεριζωμένοι τοίχοι, νεκρώσιμες ιαχές,
    στάχτες που 'μείναν να θυμίζουν,
... μια ξεθωριασμένη ανάμνηση!...



Η Μοναξιά του Μελλοθάνατου ΙΙ΄ (Αργύριο πέμπτο)

Deadmen's loneliness ΙI' (fifth silver coin), June 1991
(Ιούνιος 1991)

* Τούτη η εκδοχή, είναι κάτι από μισοσβησμένες,
ξεθωριασμένες κραυγές, που με τα χρόνια
εξακολουθούν να παραμένουνε στη σκέψη.
Έτσι, απλά, γαλήνιες, παθητικές αντιστάσεις
στον παραλογισμό του πολέμου.

Μονάχος...    μέσα στη νύχτα της σιωπής
Ο Θάνατος...    σε περιμένει να φανείς
Το βάρος...    που στα μάτια σου ασκεί
Το δάκρυ...    της μοναξιάς το ταιριαστό το ταίρι.
Τώρα, τ' απόμακρο πουλί, προσμένει!

Όλεθρος...    που ξεριζώνει την αγάπη απ' την ψυχή
Κι ο φόβος...    απομεινάρι της μανίας των ανθρώπων
Όνειρα...    θαμμένα στα ερείπια της γης
Τα όνειρα...    στήλη καπνού ψηλά στον ουρανό πετάνε
Τώρα, μια ανάμνηση μονάχα μένει!

Τρόμος...    που παγωμένα σου χαϊδεύει τα μαλλιά
Κι η αλήθεια...    ολόγυμνη να σου χαμογελά
Ελπίδες...    ξεριζωμένοι τοίχοι, νεκρώσιμη ιαχή
Στάχτες...    που 'μείναν μόνες να θυμίζουν το γιατί
Τώρα, η μασκαράτα των νεκρών σε περιμένει!



Σιωπηλός Ζητιάνος (Αργύριο έκτο)

Silent beggar (sixth silver coin), December 1992
(Δεκέμβριος 1992)

Όταν η απόγνωση ξεφτίζει τη ζωή σου,
όταν το κορμί σου η νύχτα αρπάζει ξαφνικά
μια σκέψη - αστραπή, σκεπάζει την ύστατη κραυγή,
που απ' το στόμα σου, σαν όλεθρος πηγάζει.

Τι να 'ναι αυτό που ένοιωσες, ζεστή ανάσα στην καρδιά σου
Τι να 'ναι αυτό που ήλθε ξαφνικά, μια κρύα νύχτα του χειμώνα
Μην είναι ανέμου παιγνίδια, μιας κρύας νύχτας του Δεκέμβρη;

Όταν ξαγρυπνώντας, ψάχνεις το άγνωστο να υποτάξεις
απάντηση ψάχνεις να 'βρεις, λευκό σεντόνι να σκεπάσεις
την μαύρη σκέψη που σαν σφήνα, σου τρυπάει το μυαλό.
Μα, πες αντίο, παγωμένος τρόμος, χαϊδεύει τον τρελό!

Κοιτώντας έξω από το τζάμι, ανέμελους ανθρώπους - συντρίμμια,
η αλήθεια γυμνή, χαμογελά μες στη βοή του πλήθους,
μέσα στην κάπνα απ' τα τσιγάρα: ζαλισμένη απ' το ποτό,
ψάχνει να βρει ελπίδα, ανάσα, λύτρωση.

"Κι όμως" είπε ο ζητιάνος, "δεν είσαι μόνος στη ζωή"
"είναι η φύση του ανθρώπου, κρυφό λαγούμι να ψάχνει να κρυφτεί"
"κοίτα τα χέρια μου", είπε: κι ήτανε άνθη που τα 'κλείσαν στο κλουβί
Κι έμεινες πίσω ν' αναρωτιέσαι πόσο ακόμη θα σωπαίνεις στη ζωή.



Ευχές ονείρου (Αργύριο έβδομο)

Dream wishes (seventh silver coin), November 1992
(Νοέμβριος 1992)

Πες πως κοιμήθηκες και είδες εφιάλτη
Είν' ένα όνειρο, δεν είσαι πια εδώ
Πες πως ο θάνατος δεν σε τριγυρίζει,
πες πως ο κόσμος, είν' ειρηνικός

Κύττα τριγύρω σου, νεκροί παρατημένοι
και τις εκρήξεις που σου ταράζουν την καρδιά
Κύττα το δάκρυ που κυλά στο πρόσωπό σου
και τον λυγμό που σου τραντάζει το κορμί

Δες τα παιδιά που ψάχνουν τους γονείς τους
μες στα ερείπια της καμένης τούτης γης
Άκου το σφύριγμα τ' ανέμου στο κορμί σου
και πες μου νοιώθεις την καρδιά σου να πονά;

Κύττα τριγύρω σου και πες μου αν αξίζει
ν' αργοπεθαίνει η ειρήνη πια στη γη
Πες μου πως θα 'θελες απόψε να ξυπνήσεις
σε έναν κόσμο δίχως τη φρίκη αυτή

Κλείσε τα μάτια σου και κάνε μιαν ευχή:
πολέμου μοίρα ξανά να μη μας βρει
κι ας είναι αυτή η τελευταία η ευχή σου,
καθώς η ψυχή σου, πετάει μακριά



Έσβησαν τα φώτα (Αργύριο όγδοο)

The lights are gone (eighth silver coin), February 1994
(Φεβρουάριος 1994)

Μια κραυγή μες στην ομίχλη
στου μυαλού τη σκοτεινιά
Μες στου φεγγαριού το βλέμμα
και στης νύχτας τη θωριά
Είν' απόμακρο κι αδύνατο να φτάσω
όλα όσα φεύγουνε, και πίσω δεν γυρνούν
κι αφήνουν ένα δάκρυ να κυλά

Πάντως πια κουράστηκα,
να βλέπω όλ' αυτά
Τώρα πια κορέστηκα,
θα κουρνιάξω στη γωνιά
Τώρα πια χαθήκανε, τα πάντα στη στιγμή
σβήσανε τα φώτα, χάθηκε η μουσική
κι έκλεισα τα μάτια απ' την αρχή

Μια καληνύχτα, σου ζητώ για να μου πεις
Μια καληνύχτα, κι ας είναι να χαθείς
Μια καληνύχτα, στα μάτια σου να βρω
κι αν θέλεις, χάνομαι κι εγώ!



Χάνομαι (Αργύριο ένατο)

I am lost (ninth silver coin), March 1994
(Μάρτιος 1994)

Σαν καπνός από τσιγάρο,
που στο φως θολούρα φέρνει,
εξατμίζομαι σιγά, σιγά απόψε

Δες απ' έξω ο ήλιος δύει
κρύβει μέσα του τη νύχτα
και δυο μάτια βουρκωμένα, χάνονται

Χάνονται, στου φεγγαριού τη νύστα,
Λήθη, σκοτάδι, καληνύχτα!

Στο κορμί μου τα σημάδια,
πού 'χω για να μου θυμίζουν
΄κείνη την μοιραία τη στροφή

Τώρα άνοιξε τα μάτια,
ξόρκισέ με απ' τη σκέψη
μαζί με την στερνή μου την πνοή

Χάνομαι, μες στ' ουρανού το στέμμα,
Λήθη, σκοτάδι, καλημέρα!



Σκιές τ' ονείρου (Αργύριο δέκατο)

Shadows of dreams (tenth silver coin), January 1995
(Ιανουάριος 1995)

Ω! Εσείς σκιές τ' ονείρου,
στους τοίχους χαραγμένες!
Φωνές ψυχρές, τρομαχτικές,
που απ' το στόμα σας πηγάζουν

Ω! Εσείς υπέρτατοι κριτές,
που την ψυχή μου απόψε κυνηγάτε!
Ακούστε τώρα τη φωνή,
ενός μικρού κι ασήμαντου ανθρωπάκου

Αφήστε, σε παραλήρημα να πω,
την ιστορία μου όλη
Και μην βιαστήτε το παρόν,
να κρίνετε μονάχα

Γεννήθηκα μια μέρα φωτεινή,
πάρα πολλά πριν χρόνια
Σε έναν κόσμο μαγικό,
μα κι αγνό θαρρούσα ακόμα

Μεγάλωσα στο όνειρο,
που όλοι μέσα μας βαστούμε
Και την ζωή μου έζησα,
άδικα προσπαθώντας

Ω! Εσείς σκιές τ' ονείρου
ακούστε τώρα την κραυγή μου!
Σωστά δικάστε μες θαρρώ,
την τελευταία τούτη ώρα...



Απολιθώματα (Αργύριο ενδέκατο)

Fossils (eleventh silver coin), September 4, 1995
(4 Σεπτεμβρίου 1995)

* Σ' έναν πατέρα πού 'φυγε,
δίχως θωρρώντας πίσω του,
το μέλλον ν' αντικρύσει...
τούτο είναι το δικό μου "εις υγείαν"...

Εγκώμιο πλεγμένο στ' άγρια κι απόμακρα στοιχειά
εκείνα που ασύστολα νανούριζαν, του πόνου το κρεβάτι
κι απολιθώματα βαρειά, σημάδευαν τους τοίχους,
ξυμένα, αχνά, κι απροσδιόριστα, μα τόσο ζωντανά.

Θαρρείς και οι χαραγματιές, με μιας θα 'βγαίναν από 'κεί
χορό να στήσουν, τα σύμβολα παλεύοντας να βρούν.
Για να χαράξουν ξέφρενη πορεία, προς τ' άγνωστο,
εκεί μακριά,
που μήδε νούς, μήδε κι ο πόνος,
κάποτε θα φτάσουν

Κι ύστερα, απόλυτη σιωπή...
Τα δακρυσμένα μάτια αφέθηκαν μονάχα να θωρούν...
Τους ξεφτισμένους τοίχους!....



Φλόγες του πεπρωμένου (Αργύριο δωδέκατο)

Flames of destiny (twelfth silver coin), September 1995
(Σεπτέμβριος 1995)

Οι σκόρποι ήχοι που κάποτε εθύμιζαν ζωή,
τώρα π' απόμακροι φαντάζουν, μα και ξένοι
Κι οι ξεχασμένες αναμνήσεις μου γυρνούν,
να μου θυμίζουν όλα 'κείνα τα παλιά
που το χθές στου σήμερα πανί, προβάλλουν.

Τα βλέμματα τα στοργικά, οι κόκκινες ανταύγειες
ωσάν βροχής το θρόισμα φωνές,
ακούσματα από καιρό, μες στης ψυχής τα βάθη ξεχασμένα
κι εκείνο το μικρό, πικρό κι αχνό χαμόγελο
στα σύννεφα ανάμεσα, μιας μεθυσμένης θύμησης κοιμάται.

Αφούγκρασμα της φύσης, στοργικό φτερούγισμα
που στης ψυχής το βάθος όρια αγγίζει.
Ξάφνου πετάγονται με μιας οι αναμνήσεις
σαν φλογισμένος ποταμός ξεχύνονται μπροστά μου.
Στα μάτια, δάκρυα μου φέρνουν, και λυγμούς
και χάνονται όπως ήρθανε ξανά, εκεί μακριά
στης μνήμης το βαρύ φορτίο να στοιβάζουν.



Αναζήτηση (Αργύριο δέκατο-τρίτο)

Quest (thirteen silver coin), October 1996
(Οκτώβριος 1996)

Στης φλόγας το τρεμούλιασμα ουρλιάζω,
που να σβήσει πάλι πάει, να χαθεί
Όπως σβήσανε τα όνειρα και 'φύγαν
κι όλα μείνανε κουφάρια σιωπηλά.
Κι εγώ έμεινα μονάχος να φαντάζω
τρεμοσβήνοντας σιγά, σαν φλόγα καντηλιού
περιμένοντας κάποιον να με σβήσει.

Οι ελπίδες, οι ελπίδες σβήσαν όλες
Τα πουλιά, τα πουλιά 'φύγαν κι αυτά
κρεμασμένος στο πρεβάζι, περιμένω
ένα νόημα, μια στερνή ματιά.
Από σένα που αδιάφορα διαβαίνεις
τούτη την φτωχή, την ώρα της σιωπής
αγναντεύοντας τ' ορίζοντα το φως

Σ' έψαξα κι απόψε μα δεν ήρθες
Σ' έψαξα σ' ολόκληρη τη γη
Σ' έψαξα στου ήλιου τις αχτίδες,
μα μόνος περιμένω την αυγή



Το Παραμιλητό (Αργύριο δέκατο-τέταρτο)

The illusion (fourteen silver coin), February 1997
(Φεβρουάριος 1997)

* Για τα ξεθωριασμένα οράματα που πνίγηκαν
μέσα στην περιδίνηση κάποιων "λευκών" ονείρων.
Για τις πλατείες - εφιάλτες αδιάφορων πολιτειών
Για τα πρώτα, διψήφια χρόνια, που διαβήκανε
στραγγίζοντας ρουφώντας αδηφάγα τις ανάσες.
Για 'κείνους του υιούς, της μοιραίας πλάνης....

Χαμένος μέσα στη νυχτιά, μονάχος συλλογιέμαι
βρώμικος και αξύριστος, την τύχη καταριέμαι
που μ' έριξε με μια σπρωξιά σε τούτη τη συνήθεια
ποτίζοντάς μου την ψυχή με χίλια παραμύθια

Πως ήταν τάχα όνειρο, κι απόψε θα ξυπνήσω
τους φίλους τους αξέχαστους, ξανά θα συναντήσω
Μα αλίμονο ο άμοιρος, δεν το 'χα φανταστεί
ξυπνώντας πως θ' αντίκρυζα μια αλήθεια τρομερή

Στης χαραυγής το άγγιγμα, στου σούρουπου βο βλέμμα
στάλα τη στάλα χάνεται, τ' ακάθαρτο το αίμα
Κάθε φορά που προσπαθώ, ν' αγγίξω το κορμί μου
η σκέψη μου μαραίνεται, σφίγγεται η ψυχή μου

Απόμακρα φαντάζουνε, τα όνειρα που είχα,
το γέλιο, το χαμόγελο, και του φιλιού η γλύκα
Ωσάν του μελλοθάνατου την τελευταία λέξη
θα πω απόψε πριν θαρρώ, ο νους μου να σαλέψει

Στης μάνας μου την αγκαλιά, αφήνω την ψυχή μου
στα πέρατα τ' ορίζοντα, χαρίζω το κορμί μου
Η νιότη μου σαν την βροχή, ας είναι πλημμυρίδα
και τ' όραμά μου το στερνό, προσφέρω στην πατρίδα

Έ, ουρανέ! Εκεί ψηλά, το ξέρω πως μ' ακούς
εξάγνισέ με απ' αυτούς, τους πόνους τους φριχτούς
Γη - μητέρα κι αδελφή, εδώ που σε πατώ
Άνοιξε τις αγκάλες σου, απόψε να διαβώ!



Απρόσιτα Όνειρα (Αργύριο δέκατο-πέμπτο)

Untouchable dreams (fifteen silver coin), June 1997
(Ιούνιος 1997)

Θεριεύοντας μέσα στης γης, το άϋλο δοξάρι
χορεύοντας εκείνον τον παράξενο χορό της χαραυγής,
του φεγγαριού το άγγιγμα νοσταλγικά θωρώντας.
Κραδαίνοντας στα χέρια τους τις δάφνες της σιωπής,
σαν πια ν' αντίκρισαν από μακριά,
την πολιτεία 'κείνη νοσταλγικών ονείρων
Μα, συμφορά! Σαν να 'τανε το πέλαγο απλωμένο
εκεί, ανάμεσα σ' αυτούς και τ' όνειρο
που μιας ζωής σκληρής, αδρής και πονεμένης
αποκοτιάς, φλόγας ψυχής τη θέρμη καρτερούσε!

Ώ! Χίλιοι δαίμονες, και άλλοι τόσοι αγγέλοι,
κινήσαν να σβουρίζουνε μες στου μυαλού τη φρίκη.
Όνειρα και οράματα, και τόσοι εφιάλτες,
της νιότης ψίθυροι κρυφοί, καθάριοι αποστάτες.
Απ' της ψυχής το θέριεμα ολόγυρα χυθήκαν
κι έσπευσαν κι αδράξανε το φως, την ηλιαχτίδα,
τα 'καναν θάλασσες στυγνές, αντάριες, φουσκωμένες.
Ωσάν στα βάθη τους θαρρείς να κρύψουν, να βυθίσουν
άλλα ναυάγια, ελπίδες προδομένες,
που άλλοτε περήφανα στις πολιτείες των ονείρων αρμενίζαν....



Υποσχέσεις (Αργύριο δέκατο-έκτο)

Promises (sixteen silver coin), September 1998
(16 Σεπτεμβρίου 1998)

Της γης ο θάνατος, μυριάδες ξωτικά,
που σκανταλίζουν την ψυχή και το κορμί
σ' ένα ατέρμονο ψιχάλισμα των λέξεων

Τα χιλιάδες λαμπυρίσματα φωτός,
ανεκπλήρωτες, ανέγγιχτες υποσχέσεις
που στο κενό αφιερώνουν ην ύπαρξή τους

Ένα μειδίαμα στο τέλμα της απόγνωσης,
αποκολλά την σκέψη από το σώμα
κάτι σαν φράσεις τρεμοπαίζουν στην σκηνή.

Κάτι σαν τρομερές, κρυσταλλικές φωνές,
πορφυροστόλιστες, ηρωικές επάρσεις
ανάχωμα στου φόβου το ερημικό σκοτάδι



Πίσω από το Προσωπείο (Αργύριο δέκατο-έβδομο)

Behind the mask (seventeen silver coin), September 1998
(26 Σεπτεμβρίου 1998)

Στο μοιραίο τέλος, ένα σεντόνι της φυγής.
Άνθρωποι - ποντίκια, επίδοξοι αστέρες
που στ' ανέμου το φύσημα σκορπούν, εξαερώνονται.
Στων ξεφτισμένων δρόμων την ανυπόφορη οσμή.
Οσμή θανάτου, αίματος - μια ξέφρενη πορεία.
Η λεωφόρος της ντροπής, ανύποπτη διάβαση της φρίκης.

Στο βλέμμα της απόγνωσης, εξίσωση περίεργη.
Άνθρωποι, κτίρια, όλα μια άμορφη μάζα σιωπής,
περιπλάνηση στην βροντερή αλήθεια της ζωής.
Κοίταξέ την, άγγιξέ την, βυθίσου στη σιωπή της,
στο σκοτάδι π' αναδύεται μέσα από εκτυφλωτικό φως.
Ένα δευτερόλεπτο, μια στιγμή, μια ανάσα στο κενό.

Χέρια ρυτιδιασμένα, ικετευτικά ανήμπορα υψωμένα προς τη λάμψη.
Σ' έναν ήλιο γερασμένο, σ' ένα φως ξεφτισμένο.
Ανόητη τελετουργία στο κατώφλι της επιβίωσης.
Άδραξε την στερνή τη σκέψη που χάνεται εμπρός σου,
πριν το χημικό φως απλώσει τα πέπλα του στην πόλη.
Πριν το μυαλό να ταυτιστεί με το αδιάκοπο τρεμόσβημα του πολιτισμού.

Η νυχτιά της πολιτείας απλώνει θρασύτατα τα πέπλα της,
ρουφώντας άπληστα τον ύμνο της ανθρώπινης υστερίας.
Φόβοι, αγωνίες και κραυγές στέκουν απρόσωποι μάρτυρες
- Πέρα, κάπου μακριά, μες στο σκοτάδι, το γνωρίζω,
μυριάδες βλέμματα, ματιές μας πλημμυρίζουν.
Μας νανουρίζουν σ' έναν τελετουργικό χορό ελπίδας.



Απογευματινό Τοπίο - Παρμενίων (Αργύριο δέκατο-όγδοο)

Afternoon landscape - Parmenion (eighteen silver coin), October 1998
(9 Οκτωβρίου 1998)

* Είναι ίσως, συγκλονιστικό, πως, μια απλή εικόνα,
μπορεί να ισορροπεί ακόμη και πάνω στα δυσκολότερα,
στα πιο ποταπά τα χρόνια.

Κλαδιά που στ' ορίζοντα το νεφέλωμα,
απαιτητικά απλώνοντακ.
Δίχως οργή, δίχως ανάγκη
Κάτω από τ' ουρανού,
το πέπλο της φυγής
Κάτω από τις γκριζογάλανες,
ανταύγειες της ομίχλης.

Κάτι τ' απόμακρο,
αχνά φεγγίζει
μες στον αχό και τη σκιά
Κάτι που λάμπει πέρα εκεί,
πέρα μακριά...
    ... πέρα απ' το σύννεφο!



Κηλιδοφόρος Νιότη (Αργύριο δέκατο-ένατο)

Stained youth (nineteen silver coin), June 1999
(Ιούνιος 1999)

Φλόγες, λάμψεις, άρωμα φωτιάς,
μια απαλή μελωδία αγγίζει τη μνήμη
Γαλήνη στο ρυθμό της σιωπής
κι όμως, όμως βράζει η γη,
βράζει η φύση, εκρήγνυται η ψυχή.

Πλησιάζω, κι όλα διαλύονται
γίνονται ακίδες σκόνης και βοή.
Διάχυση στον άνεμο, απρόσμενη ζωή,
που αναδύεται από τη σκόνη της ψυχής,
πια μοιάζει σαν κατάρα, σαν ευχή.

Λαθρεπιβάτης στο ταξίδι της ζωής,
ακροτελεύτεια κραυγή, διαπερνά το στέρνο.
Κηλιδοφόρος νιότη, ενέχυρο συνωμοσίας,
οστά από γυαλί, σάρκα ημίρρευστη,
μετάλλαξη της κοινωνίας των άβουλων εθνών.



Μια Ωδή στις Εικόνες της Ζωής (Αργύριο εικοστό)

An ode to life's images (twentieth silver coin), August 1999
(12 Αυγούστου 1999)

Ύμνος στις αμέτρητες ρωγμές της συμβατότητας
σκορπισμένες, διάσπαρτες στη μνήμη.
Μια ψαλμωδία, μια ωδή στο πεπρωμένο
συμβολική μετάληψη οίνου ηδονής
μετρά τον χρόνο, τις στιγμές της χαραυγής.

Μηρυκασμός της ύπαρξης, ματαιότητα
Υπερφίαλες, κενές οραμάτων εικόνες
ενός κόσμου συντετριμμένου και βωβού.
Άρπαγες της νιότης, λύκοι της σιωπής
φλοίδες ελπίδες στον ρυθμό της εποχής.

Αγωνίες, τάσεις μιας απόλυτης φυγής
Φυγής προς το κενό, φυγής από τ' απόλυτο
εκείνων που στο άγγιγμα τ' ανέμου καταρρέουν
Κάστρα σιωπής, πύργοι απόγνωσης
Υψώνουν φράγμα στον ορίζοντα, το βλέμμα μας θωπεύουν.

Το χέρι τρέμει στην ιδέα της λήθης
μιας λήθης απόλυτης κι αφοπλιστικής.
Τα στοιχειά της φύσης, που άλλοτε αγέρωχα θωρούσαν
τώρα γίνανε εικόνες, ζωγραφιές και παραστάσεις
μυθολογία της φυγής, λογοτεχνία της σιωπής.

Μια αιθέρια παρουσία γεννιέται στο μυαλό μου
καθώς τα βλέφαρα σφαλίζουν, στις εικόνες της ζωής
Στην κορυφή των βράχων στέκει ολόρθη,
απόμακρη, ασυγκίνητη, την θάλασσα θωρεί
μ' ένα βλέμμα δακρυσμένο, θολερό.

Ω! Γλυκειά της σκέψης ύπαρξη!
Κοίταξέ με, αντίκρυσε της νιότης σου το φως
που λαμπυρίζει μες στις κόρες των ματιών μου
Φλέγομαι, το πρόσωπό σου γύρισε να δω
τα μάτια εκείνα που με θέρμη τον Ωκεανό θεριεύουν.

Γνωρίζω τ' όνομά σου, κι όμως μια γλυκειά θλίψη
απλώνει τα πέπλα της πάνω σου
τόσο που φοβάμαι πια να το προφέρω
Μια γλυκιά γαλήνη αναζητώ
ανάμεσα στων βράχων την σκληρή αλμύρα.

Τα γόνατα λυγίζουν, τα χείλη τρεμοπαίζουν
καθώς η θολερή μου σκέψη βίαια σε αποπαίρνει
Μέσα στον αχό της θάλασσας, και την βοή
ο ουρανός κι η γη σμίγουν κι εξισώνονται
έως ότου μαζί σου γίνουν ένα, μια γραμμή, ένα σημείο.

Τα μάτια σφαλίζουν - το φως της φρίκης
ορμητικό, απαιτητικό, με αποπαίρνει
Το μονότονο σύρσιμο της σκέψης με ξυπνά
καθώς η εικόνα σου χάνεται, σβήνει στα όρια της λήθης
Μόνο τ' όνομά σου μένει να αιωρείται στο κενό:
        Ε λ π ί δ α.



Ξεχασμένη Πολιτεία (Αργύριο εικοστό-πρώτο)

Forgotten city (twentieth-first silver coin), September 1999
(10 Σεπτεμβρίου 1999)

Ήχοι μιας πόλης ξεχασμένης
στης λησμονιάς το πέρασμα απλωμένης.
Μνήμες σκόρπιες, παιγνίδι της σκιάς,
μάταια καρτερούν το φώς,
την αχτίδα της φωτιάς.
Άλλους τους τυραννούν, τους κατατρέχουν,
κι άλλους, αλίμονο, στη λήθη τους τυλίγουν.

Ήχοι λουσμένοι στης ελπίδας την χροιά
ήχοι της γης, διαχεόμενοι στο άπειρο.
Απόμακροι, κι όμως εκπληκτικά οικείοι
αγγίζουν, ψαχουλεύουν με όρμή,
όσα περιτυλίζουν στην σιωπή.
Σ' εκείνους που το άγγιγμα αισθάνονται,
μια πλημμυρίδα ηδονής, προσδίδουν.

Ήχοι μιας πόλης ξεχασμένης
ωσάν ταξίδι της βοής, συρμένοι.
Πτυχώσεις έκφρασης, ανάσες κι αγωνίες
ωσάν γρατζουνίσματα ήχων στη σιωπή
κινούνται, αργοσαλεύουν ως πέρα μακριά
Εμπρός στο βλέμμα τους τσακίζονται
προσιτές, καλοσυνάτες εικόνες.

Πέπλα σε νοσηρές βιτρίνες...
... κάτι σαν νοσηρές ελεημοσύνες

Κι όμως φλόγα ψυχής, τρεμούλιασμα.
Ανάκρουσμα ζωής στην πλάση...

Ποιο ικρίωμα θάρρους;
ποιο βλοσυρό κουράγιο γέννησε;



Τριλογία σε ΛΑ Ελάσσων (Αργύριο εικοστό δεύτερο)

Trilogy in G-minor (twentieth-second silver coin), September 1999
(15 Σεπτεμβρίου 1999)

Ι. ΠΛΗΚΤΡΑ

Πλήκτρα - χορεύουν, αγωνιούν
κάτω από τ' άγγιγμά σου
ωσάν κελάρυσμα νερών
ήχοι - ξεχύνονται δειλά μες στο σκοτάδι.
Ταξίδι ξεκινούν, θεριεύοντας ψυζές,
τιτλοφορώντας φράσεις ξεχαμένες
κι από καιρούς παλιούς αρχηνιμένες.
Συχνά ατέλειωτες, ημιτελείς
έτσι που φαντασίας
κρούοντας τις θύρες
συντροφεύουν πόθους κι ασίγαστες επάρσεις
κι άλλοτε θάβοντας βαθιά
έγνοιες, αγκομαχητά.

Πλήκτρα - σαλεύουν, ασφυκτιούν
πέρα απ' τα δάκτυλά σου
η ατμόσφαιρα υποκλίνεται
στο πέρασμα των ήχων.
Στριφογυρίζουν, περιελίσσονται
σφραγίζοντας το υπερνοητό βασίλειό τους
πάνω από το κενό, την σιωπή
αρχέγονα ξυπνώντας ένστικτα
που μοιάζουν κάδρων ζωγραφιές
κάποιων άγριων τοπίων της αυγής.
Τόσο που τ' άκουσμα
γίνεται άρμα, ανάβαση,
σκήπτρο της πιο ευγενικής πορείας.






Comments